εξυψώνω


εξυψώνω
[эксипсоно] р. возвышать, возносить,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξυψώνω" в других словарях:

  • εξυψώνω — εξυψώνω, εξύψωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξυψώνω — (AM ἐξυψῶ, όω) καθιστώ ανώτερο, ανυψώνω («παίγνια καὶ κώμους Αἰσχύλος ἐξύψωσεν») νεοελλ. εγκωμιάζω αρχ. σηκώνω ψηλά …   Dictionary of Greek

  • εξυψώνω — εξύψωσα, εξυψώθηκα, εξυψωμένος, μτβ. 1. παίρνω κάτι από κάτω και το σηκώνω ψηλά, υψώνω. 2. κάνω κάποιον ηθικά ανώτερο: Η μουσική εξυψώνει τον άνθρωπο. 3. εγκωμιάζω, εξαίρω κάποιον: Πότε τον βρίζει και πότε τον εξυψώνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαστάζω — και βαστώ ( άω) και βασταίνω και βαστάνω (AM βαστάζω, Μ και βαστῶ και βασταίνω και βαστάνω) 1. κρατώ κάτι με το χέρι 2. μεταφέρω 3. υπομένω, υποφέρω μσν. νεοελλ. 1. (για έγκυο γυναίκα) κυοφορώ 2. φορώ 3. κατέχω («βαστάει τα κλειδιά») 4. τηρώ… …   Dictionary of Greek

  • αγάζω — ἀγάζω (Α) [ἄγαν] εξυψώνω υπέρμετρα, εκθειάζω, εξυμνώ …   Dictionary of Greek

  • αναβαθμίζω — 1. ανεβάζω τη στάθμη, το επίπεδο 2. εξυψώνω, βελτιώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Νεολογισμός τών τελευταίων ετών που πλάστηκε ως αντίθετο τού υποβαθμίζω από το ουσ. αναβάθμιση* κατά το σχήμα υποβαθμίζω υποβάθμιση, διαβαθμίζω διαβάθμιση] …   Dictionary of Greek

  • αναδεικνύω — (Α ἀναδεικνύω και δείκνυμι, Ν και δείχνω) εκλέγω σε αξίωμα, ανακηρύσσω, αναγορεύω νεοελλ. 1. κάνω κάποιον ή κάτι σπουδαίο, εξυψώνω, προάγω, προβάλλω 2. μέσ. επιτυγχάνω σε κάποια επίδοση, προοδεύω, ευδοκιμώ, διακρίνομαι αρχ. 1. ανυψώνω και δείχνω… …   Dictionary of Greek

  • αναπυργώνω — 1. ανυψώνω κάτι στερεά σαν πύργο 2. (συνήθως με μτφ. σημασία) εξυψώνω, ανορθώνω, αναπτερώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + πυργώνω. Η λ. αναπυργώ ( όω) μαρτυρείται από το 1879 στον καθηγητή της Ιστορίας της Φιλοσοφίας Περικλή Γρηγοριάδη] …   Dictionary of Greek

  • ανυψώνω — (Α ἀνυψῶ, όω) 1. σηκώνω ψηλά 2. εξυψώνω ηθικά …   Dictionary of Greek

  • επαίρω — και (ε)παίρνω (AM ἐπαίρω, Μ και (ἐ)παίρνω) [αίρω] μέσ. υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι («ἐπαιρόμενος ή πλούτῳ ἤ ἰσχύι», Πλάτ.) νεοελλ. ναυτ. η προστ. έπαρον ως παρακελευσματικό μόριο για ύψωση τών μεγάλων ιστίων μσν. νεοελλ. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.)… …   Dictionary of Greek